vertigo
ver
ˈvɜ:
βερ
ti
tɪ
τι
go
gəʊ
γκεου

Ορισμός και σημασία του "vertigo"στα αγγλικά

01

ίλιγγος

a feeling of spinning or dizziness, commonly triggered by heights or inner ear issues 
vertigo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The patient experienced intense vertigo when looking down from the top of the skyscraper. 

Ο ασθενής βίωσε έντονη ζάλη όταν κοίταξε προς τα κάτω από την κορυφή του ουρανοξύστη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store