Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ventilated
01
αεριζόμενος, εξαεριζόμενος
exposed to air
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ventilated
συγκριτικός βαθμός
more ventilated
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
unventilated
ventilated
ventilate
ventil



























