Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Vector
01
φορέας, μεταφορέας
a person, animal, or microorganism that carries and transmits a disease from one host to another
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
vectors
Παραδείγματα
Mosquitoes are the primary vector of malaria.
Τα κουνούπια είναι ο κύριος φορέας της ελονοσίας.
Παραδείγματα
In physics, force is often represented as a vector, considering both its magnitude and direction.
Στη φυσική, η δύναμη συχνά αναπαρίσταται ως διάνυσμα, λαμβάνοντας υπόψη τόσο το μέγεθος όσο και την κατεύθυνσή της.
03
φορέας, ιικός φορέας
a virus, plasmid, or other agent used to deliver genetic material into a cell
Παραδείγματα
The lab used a viral vector to insert the gene into the cell.
Το εργαστήριο χρησιμοποίησε έναν ιικό φορέα για να εισαγάγει το γονίδιο στο κύτταρο.



























