Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to vary
01
ποικίλλω, διαφέρω
to differ or deviate from a standard or expected condition
Intransitive
Παραδείγματα
The prices of these products vary depending on their quality and demand.
Οι τιμές αυτών των προϊόντων ποικίλλουν ανάλογα με την ποιότητα και τη ζήτηση.
02
ποικίλλω, αλλάζω
to experience change, often in response to different situations or conditions
Intransitive
Παραδείγματα
The difficulty level of the hike will vary, depending on the chosen trail and weather conditions.
Το επίπεδο δυσκολίας της πεζοπορίας θα ποικίλει, ανάλογα με το μονοπάτι που επιλέγεται και τις καιρικές συνθήκες.
03
ποικίλλω, τροποποιώ
to make changes to or modify something, making it slightly different
Transitive: to vary a quality or component
Παραδείγματα
The musician varies the tempo and dynamics in his compositions, adding interest and emotion to the music.
Ο μουσικός ποικίλλει το τέμπο και τη δυναμική στις συνθέσεις του, προσθέτοντας ενδιαφέρον και συναίσθημα στη μουσική.
04
ποικίλλω, διαφοροποιώ
to introduce variety or differences into something, thereby diversifying it
Transitive: to vary sth
Παραδείγματα
The educator emphasized the importance of varying teaching strategies to accommodate diverse learners.
Ο εκπαιδευτικός τόνισε τη σημασία της ποικιλίας των στρατηγικών διδασκαλίας για να καλύψει διαφορετικούς μαθητές.
Λεξικό Δέντρο
invariance
variable
variance
vary



























