Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to vary
01
ποικίλλω, διαφέρω
to differ or deviate from a standard or expected condition
Intransitive
Παραδείγματα
The results of the experiment vary significantly from the predicted outcomes, indicating unexpected factors at play.
Τα αποτελέσματα του πειράματος διαφέρουν σημαντικά από τα προβλεπόμενα αποτελέσματα, υποδεικνύοντας απροσδόκητους παράγοντες σε λειτουργία.
02
ποικίλλω, αλλάζω
to experience change, often in response to different situations or conditions
Intransitive
Παραδείγματα
The color of the chameleon's skin can vary to match its surroundings.
Το χρώμα του δέρματος του χαμαιλέοντα μπορεί να ποικίλλει για να ταιριάζει με το περιβάλλον του.
03
ποικίλλω, τροποποιώ
to make changes to or modify something, making it slightly different
Transitive: to vary a quality or component
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
vary
γ΄ ενικό πρόσωπο
varies
ενεστώτα μετοχή
varying
απλός αόριστος
varied
παθητική μετοχή
varied
Παραδείγματα
The chef likes to vary the ingredients in her recipes, experimenting with different herbs and spices.
Ο σεφ αρέσκεται να ποικίλλει τα συστατικά στις συνταγές του, πειραματιζόμενος με διάφορα βότανα και μπαχαρικά.
04
ποικίλλω, διαφοροποιώ
to introduce variety or differences into something, thereby diversifying it
Transitive: to vary sth
Παραδείγματα
The company decided to vary its product line by introducing new flavors and variations.
Η εταιρεία αποφάσισε να ποικίλλει τη γκάμα των προϊόντων της εισάγοντας νέες γεύσεις και παραλλαγές.
Λεξικό Δέντρο
invariance
variable
variance
vary



























