Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bleaching agent
01
παράγοντας λεύκανσης, αποχρωματικό
an agent that makes things white or colorless
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bleaching agents



























