vainglory
vain
veɪn
βειν
glo
glɔ:
γκλω
ry
ri
ρι
/vˈe‍ɪŋɡləɹˌi/

Ορισμός και σημασία του "vainglory"στα αγγλικά

01

ματαιοδοξία, υπερβολική περηφάνια

too much pride in one's abilities or achievements
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο

Λεξικό Δέντρο

vainglorious
vainglory
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store