vainglory
vain
veɪn
vein
glo
ˈglɔ:
glaw
ry
ri
ri

Ορισμός και σημασία του "vainglory"στα αγγλικά

01

ματαιοδοξία, υπερβολική περηφάνια

too much pride in one's abilities or achievements 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

vainglorious
vainglory
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store