vacuity
Pronunciation
/vækjˈuːɪɾi/

Ορισμός και σημασία του "vacuity"στα αγγλικά

01

κενότητα, ασημαντότητα

the state or quality of not being meaningful or significant
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

κενότητα, κενό

an area that is completely empty of any physical substance
03

κενότητα, απουσία ύλης

the absence of matter
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store