vacuity
va
cui
ˈkju:ɪ
kyooi
ty
ti
ti

Ορισμός και σημασία του "vacuity"στα αγγλικά

01

κενότητα, ασημαντότητα

the state or quality of not being meaningful or significant 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
vacuitiess
02

κενότητα, κενό

an area that is completely empty of any physical substance 
03

κενότητα, απουσία ύλης

the absence of matter 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store