urinary
u
ˈjʊə
yue
ri
ri
na
ry
ri
ri

Ορισμός και σημασία του "urinary"στα αγγλικά

01

ουρικός

relating to the organs and functions involved in producing, storing, and excreting urine 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
anatomy, medicine, biology
Παραδείγματα
A urinary tract infection can cause discomfort during urination. 

Μια ουρολογική λοίμωξη μπορεί να προκαλέσει δυσφορία κατά τη διάρκεια της ούρησης.

02

ουρικός, σχετικός με τα ούρα

of or relating to the urinary system of the body 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store