Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to urge on
01
ωθώ, προωθώ
to push or drive something forward using physical force
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
on
βασικό ρήμα
urge
ενεστώτας
urge on
γ΄ ενικό πρόσωπο
urges on
ενεστώτα μετοχή
urging on
απλός αόριστος
urged on
παθητική μετοχή
urged on
Παραδείγματα
The strong wind urged on the sails of the boat, helping it move faster.
Ο δυνατός άνεμος ώθησε τα πανιά του σκάφους, βοηθώντας το να κινηθεί γρηγορότερα.
02
ενθαρρύνω, παροτρύνω
spur on or encourage especially by cheers and shouts



























