unleaded gasoline
un
ˌʌn
an
lea
ˈlɛ
le
ded
dɪd
did
ga
so
line
li:n
lin

Ορισμός και σημασία του "unleaded gasoline"στα αγγλικά

Unleaded gasoline
01

αμόλυβδη βενζίνη, καύσιμο χωρίς μόλυβδο

a type of gasoline that does not contain lead additives, used in most modern vehicles 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
unleaded gasolines
Παραδείγματα
Unleaded gasoline is required for vehicles equipped with catalytic converters. 

Η βενζίνη χωρίς μόλυβδο απαιτείται για οχήματα εξοπλισμένα με καταλυτικούς μετατροπείς.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store