black olive
black
ˈblæk
blāk
o
ɒ
o
live
lɪv
liv

Ορισμός και σημασία του "black olive"στα αγγλικά

black olive
01

μαύρο ελιά, ελιά μαύρο

having a dark, purplish-black color resembling the color of ripe olives 
black olive definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most black olive
συγκριτικός βαθμός
more black olive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The mug was a deep black olive shade. 

Το κύπελλο ήταν σε βαθύ μαύρο ελιά απόχρωση.

01

μαύρη ελιά, ώριμη μαύρη ελιά

olives picked ripe and cured in brine then dried or pickled or preserved canned or in oil 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
black olives
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store