ulcerated
Pronunciation
/ˈʌlsɚɹˌeɪɾᵻd/

Ορισμός και σημασία του "ulcerated"στα αγγλικά

01

ελκωμένος, ελκώδης

having open sores or wounds, often causing discomfort or pain
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ulcerated
συγκριτικός βαθμός
more ulcerated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Abdominal pain may result from an ulcerated stomach lining in chronic gastritis.
Ο κοιλιακός πόνος μπορεί να προκύψει από ελκωμένη γαστρική μεμβράνη σε χρόνια γαστρίτιδα.

Λεξικό Δέντρο

ulcerated
ulcerate
ulcer
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store