Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
two-part
01
διμερής
involving two parts or elements
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
structure, composition
LanGeek
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
διμερής
LanGeek