two-part
two
tu:
too
part
pɑ:rt
paart
/tˈuːpˈɑːt/

Ορισμός και σημασία του "two-part"στα αγγλικά

01

διμερής

involving two parts or elements
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store