Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Two-grain spelt
01
δίκοκκο σιτάρι, σκληρό κόκκινο σιτάρι
hard red wheat grown especially in Russia and Germany; in United States as stock feed
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
δίκοκκο σιτάρι, σκληρό κόκκινο σιτάρι