Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to turn tail
01
το σκάω, τσακώνω
flee; take to one's heels; cut and run
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
tail
βασικό ρήμα
turn
ενεστώτας
turn tail
γ΄ ενικό πρόσωπο
turns tail
ενεστώτα μετοχή
turning tail
απλός αόριστος
turned tail
παθητική μετοχή
turned tail



























