Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to turn in
01
στρίβω σε, γυρίζω σε
to enter a place by making a turn from a road or path
Transitive: to turn in a vehicle
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
turn
ενεστώτας
turn in
γ΄ ενικό πρόσωπο
turns in
ενεστώτα μετοχή
turning in
απλός αόριστος
turned in
παθητική μετοχή
turned in
Παραδείγματα
She turned her bike in to the bike rack effortlessly.
Παρέδωσε το ποδήλατό της στο σταθμό ποδηλάτων χωρίς κόπο.
02
παραδίδω, υποβάλλω
to give someone or something to the authorities or the person in charge
Transitive: to turn in sb to an authority
Παραδείγματα
The captain turned in the captured enemy spies to the authorities.
Ο καπετάνιος παράδωσε τους συλληφθέντες εχθρικούς κατασκόπους στις αρχές.
03
πηγαίνω για ύπνο, προετοιμάζομαι για ύπνο
to get ready for sleep
Intransitive
Παραδείγματα
The travelers turned in early to catch an early morning flight.
Οι ταξιδιώτες πήγαν για ύπνο νωρίς για να πιάσουν πρωινή πτήση.
04
παραδίδω, εκτελώ
to perform something, like a task or a show
Transitive: to turn in a task or performance
Παραδείγματα
The actor turned the emotional scene in beautifully.
Ο ηθοποιός έδωσε τη συναισθηματική σκηνή όμορφα.
05
παραδίδω, υποβάλλω
to deliver something, like assignments or paperwork, to the relevant person or entity
Dialect
American
Transitive: to turn in sth
Παραδείγματα
Please turn in your feedback forms before leaving the seminar.
Παρακαλώ παραδώστε τις φόρμες σας για σχόλια πριν φύγετε από το σεμινάριο.



























