Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to turn in
[phrase form: turn]
01
στρίβω σε, γυρίζω σε
to enter a place by making a turn from a road or path
Transitive: to turn in a vehicle
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
turn
ενεστώτας
turn in
γ΄ ενικό πρόσωπο
turns in
ενεστώτα μετοχή
turning in
απλός αόριστος
turned in
παθητική μετοχή
turned in
Παραδείγματα
Can you turn the delivery truck in without hitting the curb?
Μπορείτε να περάσετε με το φορτηγό παράδοσης χωρίς να χτυπήσετε το πεζοδρόμιο;
02
παραδίδω, υποβάλλω
to give someone or something to the authorities or the person in charge
Transitive: to turn in sb to an authority
Παραδείγματα
The store manager turned the shoplifter in to the mall security.
Ο διευθυντής του καταστήματος παρέδωσε τον κλέφτη στην ασφάλεια του εμπορικού κέντρου.
03
πηγαίνω για ύπνο, προετοιμάζομαι για ύπνο
to get ready for sleep
Intransitive
Παραδείγματα
The family turned in after a long day of activities.
Η οικογένεια πήγε για ύπνο μετά από μια μακρά μέρα δραστηριοτήτων.
04
παραδίδω, εκτελώ
to perform something, like a task or a show
Transitive: to turn in a task or performance
Παραδείγματα
The band turned in a memorable show at the local venue.
Η μπάντα παρουσίασε μια αξέχαστη παράσταση στο τοπικό χώρο.
05
παραδίδω, υποβάλλω
to deliver something, like assignments or paperwork, to the relevant person or entity
Dialect
American
Transitive: to turn in sth
Παραδείγματα
Can you please turn your permission slip in for the upcoming event?
Μπορείτε παρακαλώ να παραδώσετε την άδειά σας για την επερχόμενη εκδήλωση;



























