turk
turk
tɜ:k
τερκ
jerkperckirkberk

Ορισμός και σημασία του "Turk"στα αγγλικά

01

Τούρκος, Πρόσωπο που κατάγεται από την Τουρκία

someone who is from Turkey or their family came from Turkey 
Turk definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
Turks
Παραδείγματα
The Turk culture is rich in history, with traditions that date back thousands of years. 

Ο τουρκικός πολιτισμός είναι πλούσιος σε ιστορία, με παραδόσεις που χρονολογούνται χιλιάδες χρόνια πίσω.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

turkic
Turk
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store