truck
truck
trʌk
trak
tricktracktrunk

Ορισμός και σημασία του "truck"στα αγγλικά

01

φορτηγό, φορτηγό αυτοκίνητο

a large road vehicle used for carrying goods 
Dialectamerican flagAmerican
lorrybritish flagBritish
truck definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
trucks
Παραδείγματα
The truck carried a load of construction materials to the building site. 

Το φορτηγό μετέφερε ένα φορτίο οικοδομικών υλικών στο εργοτάξιο.

02

χειραμάξι, καροτσάκι

a handcart that has a frame with two low wheels and a ledge at the bottom and handles at the top; used to move crates or other heavy objects 
to truck
01

μεταφέρω, transportar με φορτηγό

to transport or convey goods by truck or a similar vehicle 
Transitive: to truck sth somewhere
to truck definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
truck
γ΄ ενικό πρόσωπο
trucks
ενεστώτα μετοχή
trucking
απλός αόριστος
trucked
παθητική μετοχή
trucked
Παραδείγματα
The waste management company trucks recyclables to processing facilities. 

Η εταιρεία διαχείρισης απορριμμάτων μεταφέρει με φορτηγά τα ανακυκλώσιμα σε εγκαταστάσεις επεξεργασίας.

Λεξικό Δέντρο

truckage
truck
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store