Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bittersweet chocolate
/bˈɪɾɚswˌiːt tʃˈɑːklət/
Bittersweet chocolate
01
πικρή γλυκιά σοκολάτα, σοκολάτα με υψηλή περιεκτικότητα σε κακάο
a type of chocolate that contains a higher percentage of cocoa solids and less sugar, offering a balanced mix of bitterness and sweetness
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bittersweet chocolates



























