Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to trisect
01
τριχοτομώ, κόβω σε τρία ίσα μέρη
to cut something into three usually equal pieces
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
trisect
γ΄ ενικό πρόσωπο
trisects
ενεστώτα μετοχή
trisecting
απλός αόριστος
trisected
παθητική μετοχή
trisected



























