to trisect
Pronunciation
/tɹˈaɪsɛkt/

Ορισμός και σημασία του "trisect"στα αγγλικά

to trisect
01

τριχοτομώ, κόβω σε τρία ίσα μέρη

to cut something into three usually equal pieces
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
trisect
γ΄ ενικό πρόσωπο
trisects
ενεστώτα μετοχή
trisecting
απλός αόριστος
trisected
παθητική μετοχή
trisected
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store