Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Triptych
01
τρίπτυχο, ζωγραφική σε τρία ξύλα
a painting or engraving done on three separate pieces of wood that are hinged together side by side, usually used as an altarpiece
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
triptychs



























