Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tripod
01
τρίποδας, βάση κάμερας με τρία πόδια
a camera support device that consists of three legs and a mounting plate or head, commonly made of lightweight materials such as aluminum or carbon fiber
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
tripods
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
tripod
pod



























