triplicate
trip
ˈtrɪp
τριπ
li
λι
cate
kət
κατ
/tɹˈɪplɪkət/

Ορισμός και σημασία του "triplicate"στα αγγλικά

01

τριπλό αντίγραφο, τρία αντίγραφα

one of three copies; any of three things that correspond to one another exactly
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
triplicates
to triplicate
01

τριπλασιάζω, πολλαπλασιάζω επί τρία

to multiply things by three
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
triplicate
γ΄ ενικό πρόσωπο
triplicates
ενεστώτα μετοχή
triplicating
απλός αόριστος
triplicated
παθητική μετοχή
triplicated
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store