tripe
tripe
traɪp
traip
tribetripletricetrine

Ορισμός και σημασία του "tripe"στα αγγλικά

01

κοιλιά

the edible lining of the stomach of various animals, typically used in cooking 
tripe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
She decided to try a new recipe and cooked tripe with spices and herbs. 

Αποφάσισε να δοκιμάσει μια νέα συνταγή και μαγείρεψε κοιλιά με μπαχαρικά και βότανα.

02

ανοησίες, ασυναρτησίες

nonsensical talk or writing 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store