Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to trip out
01
παραισθάνομαι, τριπώ
to hallucinate or experience an altered state of consciousness from psychedelic drugs
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
trip
ενεστώτας
trip out
γ΄ ενικό πρόσωπο
trips out
ενεστώτα μετοχή
tripping out
απλός αόριστος
tripped out
παθητική μετοχή
tripped out
Παραδείγματα
We tripped out on acid all night.
Ταξιδέψαμε με οξύ όλη τη νύχτα.



























