trifle
tri
ˈtraɪ
trai
fle
fəl
fēl
triple

Ορισμός και σημασία του "trifle"στα αγγλικά

01

ένα ελαφρύ επιδόρπιο, ένα γλυκό πιάτο φτιαγμένο με στρώσεις κέικ

a sweet dish made with layers of cake, custard, jelly, and cream 
trifle definition and meaning
02

ασήμαντο πράγμα, μικροπράγμα

something of small importance 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
trifles
03

ασήμαντη λεπτομέρεια, μικροπράγμα

a detail that is considered insignificant 
to trifle
01

δεν παίρνω στα σοβαρά, αντιμετωπίζω με ελαφρότητα

consider not very seriously 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
trifle
γ΄ ενικό πρόσωπο
trifles
ενεστώτα μετοχή
trifling
απλός αόριστος
trifled
παθητική μετοχή
trifled
02

φερόμαστε επιπολαία, περιφέρομαι ανεύθυνα

act frivolously 
03

σπαταλώ χρόνο, τεμπελιάζω

waste time; spend one's time idly or inefficiently 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store