Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Trickery
01
απάτη, πανουργία
the use of deceit or scheme to cheat or take advantage of someone
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02
απάτη, εξαπάτηση
verbal misrepresentation intended to take advantage of you in some way
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
trickery
trick



























