Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to trick up
01
στολίζομαι, ντύνομαι με στυλ
put on special clothes to appear particularly appealing and attractive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
trick
ενεστώτας
trick up
γ΄ ενικό πρόσωπο
tricks up
ενεστώτα μετοχή
tricking up
απλός αόριστος
tricked up
παθητική μετοχή
tricked up



























