Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Triceps
01
τρίκeps, τρικεφαλικός μυς του βραχίονα
(anatomy) the three-headed muscle of the arm that functions as the extensor of the elbow joint
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
triceps
LanGeek



























