trial period
trial
ˈtraɪəl
traiel
pe
pɪə
pie
riod
riəd
riēd

Ορισμός και σημασία του "trial period"στα αγγλικά

01

δοκιμαστική περίοδος, περίοδος δοκιμής

a period of time during which someone or something is tested 
trial period definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
trial periods
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store