Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Trial balloon
01
δοκιμαστικό μπαλόνι, μπαλόνι ανίχνευσης
a balloon sent up to test air currents
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
trial balloons
1.1
δοκιμή αντιδράσεων, ανίχνευση κοινής γνώμης
a thing that is done or introduced in order to test the public's opinion
Παραδείγματα
The mayor insisted it was only a trial balloon, not a final decision.
Ο δήμαρχος επέμεινε ότι ήταν μόνο δοκιμή αντιδράσεων, όχι τελική απόφαση.



























