trial
trial
traɪəl
traiel
trilltrailtrivialtribal

Ορισμός και σημασία του "trial"στα αγγλικά

01

δίκης, δικαστική διαδικασία

a legal process where a judge and jury examine evidence in court to decide if the accused is guilty 
trial definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
trials
Παραδείγματα
The trial lasted for several weeks as witnesses testified and evidence was presented. 

Η δίκη διήρκεσε αρκετές εβδομάδες καθώς οι μάρτυρες έδωσαν κατάθεση και παρουσιάστηκαν αποδεικτικά στοιχεία.

02

δοκιμή

a process conducted in order to decide on how effective, safe, etc. someone or something is 
trial definition and meaning
Παραδείγματα
The trial was set to evaluate the new drug's effectiveness in treating the condition. 

Η δοκιμή είχε σκοπό να αξιολογήσει την αποτελεσματικότητα του νέου φαρμάκου στη θεραπεία της πάθησης.

03

δοκιμασία, βάσανο

an event or circumstance that is annoying, frustrating, or catastrophic 
Παραδείγματα
Losing her wallet was a trial she couldn't forget. 

Η απώλεια του πορτοφολιού της ήταν μια δοκιμασία που δεν μπορούσε να ξεχάσει.

04

δοκιμή, επιλογή

a preliminary competition or qualifying event to determine eligibility or ranking 
Παραδείγματα
He attended the trials to qualify for the national team. 

Παρακολούθησε τις δοκιμές για να προκριθεί στην εθνική ομάδα.

to trial
01

δοκιμάζω, πειράζω

to test something in real conditions for a limited time to check if it works well or is effective 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
trial
γ΄ ενικό πρόσωπο
trials
ενεστώτα μετοχή
trialing
απλός αόριστος
trialed
παθητική μετοχή
trialed
Παραδείγματα
The company trialed a new system in one office before using it everywhere. 

Η εταιρεία δοκίμασε ένα νέο σύστημα σε ένα γραφείο πριν το χρησιμοποιήσει παντού.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store