Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Trial
01
δίκης, δικαστική διαδικασία
a legal process where a judge and jury examine evidence in court to decide if the accused is guilty
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
trials
Παραδείγματα
The lawyer prepared extensively for the trial, gathering all necessary documents and witness statements.
Ο δικηγόρος προετοιμάστηκε εκτενώς για τη δίκη, συλλέγοντας όλα τα απαραίτητα έγγραφα και τις καταθέσεις μαρτύρων.
02
δοκιμή
a process conducted in order to decide on how effective, safe, etc. someone or something is
Παραδείγματα
The trial of the proposed educational program showed promising results in improving student engagement.
Η δοκιμή του προτεινόμενου εκπαιδευτικού προγράμματος έδειξε υποσχόμενα αποτελέσματα στη βελτίωση της συμμετοχής των μαθητών.
03
δοκιμασία, βάσανο
an event or circumstance that is annoying, frustrating, or catastrophic
Παραδείγματα
The journey through traffic was a trial of patience.
Το ταξίδι μέσα από την κυκλοφορία ήταν μια δοκιμασία της υπομονής.
04
δοκιμή, επιλογή
a preliminary competition or qualifying event to determine eligibility or ranking
Παραδείγματα
Trial results were posted online for the participants.
Τα αποτελέσματα του trial δημοσιεύθηκαν στο διαδίκτυο για τους συμμετέχοντες.
to trial
01
δοκιμάζω, πειράζω
to test something in real conditions for a limited time to check if it works well or is effective
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
trial
γ΄ ενικό πρόσωπο
trials
ενεστώτα μετοχή
trialing
απλός αόριστος
trialed
παθητική μετοχή
trialed
Παραδείγματα
Researchers trialed the medicine on a small group of patients.
Οι ερευνητές δοκίμασαν το φάρμακο σε μια μικρή ομάδα ασθενών.
Λεξικό Δέντρο
mistrial
pretrial
retrial
trial



























