Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tremulous
01
τρεμουλιαστός, τρεμάμενος
(of the voice or body) shaking in a slight, fragile manner, often due to nerves, fear, age or illness
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most tremulous
συγκριτικός βαθμός
more tremulous
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She wrote a tremulous note apologizing for the misunderstanding.
Έγραψε ένα τρεμουλιαστό σημείωμα ζητώντας συγγνώμη για την παρεξήγηση.
Λεξικό Δέντρο
tremulously
tremulous
tremor



























