tremulous
tre
ˈtrɛ
tre
mu
mjʊ
myoo
lous
ləs
lēs

Ορισμός και σημασία του "tremulous"στα αγγλικά

01

τρεμουλιαστός, τρεμάμενος

(of the voice or body) shaking in a slight, fragile manner, often due to nerves, fear, age or illness 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most tremulous
συγκριτικός βαθμός
more tremulous
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
voice, emotion, movement
Παραδείγματα
Her voice was tremulous as she delivered the speech. 

Η φωνή της ήταν τρεμουλιαστή καθώς έδινε την ομιλία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

tremulously
tremulous
tremor
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store