Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tremor
01
τρόμος, δόνηση
a small or slight earthquake
02
τρόμος, ρίγος
an involuntary vibration (as if from illness or fear)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tremors
03
τρόμος, τρεμούλα
a small or slight shaking, often caused by fear, excitement, or illness
Παραδείγματα
Her hands had a tremor from nervousness.
Τα χέρια της είχαν ένα τρόμο από νευρικότητα.
to tremor
01
τρεμουλιάζω, δονώ
to make a slight shaking movement, often as a result of external factors such as wind, movement, or vibrations
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
tremor
γ΄ ενικό πρόσωπο
tremors
ενεστώτα μετοχή
tremoring
απλός αόριστος
tremored
παθητική μετοχή
tremored
Παραδείγματα
The tall buildings trembled and tremored for over a minute as the magnitude 7.0 earthquake shook the city.
Τα ψηλά κτίρια τρέμουν και τρεμοπαίζουν για πάνω από ένα λεπτό καθώς ο σεισμός 7.0 βαθμών δονεί την πόλη.
Λεξικό Δέντρο
tremulous
tremor



























