Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tremor
01
τρόμος, δόνηση
a small or slight earthquake
02
τρόμος, ρίγος
an involuntary vibration (as if from illness or fear)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tremors
03
τρόμος, τρεμούλα
a small or slight shaking, often caused by fear, excitement, or illness
Παραδείγματα
She noticed a tremor of fear in the child's hands.
Παρατήρησε ένα τρόμο φόβου στα χέρια του παιδιού.
to tremor
01
τρεμουλιάζω, δονώ
to make a slight shaking movement, often as a result of external factors such as wind, movement, or vibrations
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
tremor
γ΄ ενικό πρόσωπο
tremors
ενεστώτα μετοχή
tremoring
απλός αόριστος
tremored
παθητική μετοχή
tremored
Παραδείγματα
The aging tree branches would tremor slowly in the breeze, lengthening and shortening their reach intermittently.
Τα γηρασμένα κλαδιά του δέντρου τρεμόταν αργά στο αεράκι, επιμηκύνοντας και συντομεύοντας την έκτασή τους διαλείπτοντας.
Λεξικό Δέντρο
tremulous
tremor



























