tremolo
tre
ˈtrɛ
tre
mo
lo
ləʊ
lew

Ορισμός και σημασία του "tremolo"στα αγγλικά

01

τρεμόλο, υπερβολική ή κακά ελεγχόμενη φωνητική δόνηση

vocal vibrato especially an excessive or poorly controlled one 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
tremolos
02

ένα τρέμολο, ένα τρέμουλο

a rapid repetition of a single musical note or alternation between two notes 
Παραδείγματα
The tremolo in the violin solo added a haunting quality to the music. 

Το τρεμόλο στο βιολί σόλο πρόσθεσε μια στοιχειωμένη ποιότητα στη μουσική.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store