Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tremolo
01
τρεμόλο, υπερβολική ή κακά ελεγχόμενη φωνητική δόνηση
vocal vibrato especially an excessive or poorly controlled one
02
ένα τρέμολο, ένα τρέμουλο
a rapid repetition of a single musical note or alternation between two notes
Παραδείγματα
The tremolo technique requires precise control and coordination to achieve a consistent and expressive sound.
Η τεχνική του τρεμόλο απαιτεί ακριβή έλεγχο και συντονισμό για να επιτευχθεί ένας συνεπής και εκφραστικός ήχος.



























