trapeze
tra
trə
trē
peze
ˈpi:z
piz
appeasechemiseMalteseBurmese

Ορισμός και σημασία του "trapeze"στα αγγλικά

01

τραπεζοειδές, κρεμαστή οριζόντια ράβδος

a horizontal bar suspended by ropes or cables, used by acrobats for performing aerial maneuvers and swings 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
trapezes
Παραδείγματα
The acrobat gracefully swung from one end of the trapeze to the other, thrilling the audience with their daring stunts. 

Ο ακροβάτης κουνήθηκε κομψά από το ένα άκρο του τραπεζιού στο άλλο, συναρπάζοντας το κοινό με τα τολμηρά του ακροβατικά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store