birthing
bir
ˈbɜ:
thing
θɪng
thing
bitching

Ορισμός και σημασία του "birthing"στα αγγλικά

01

τοκετός, γέννα

the process in which a baby comes out of the mother's body 
birthing definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The midwife supported her during birthing. 

Η μαία την υποστήριξε κατά τη διάρκεια του τοκετού.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store