Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
birth control device
/bˈɜːθ kəntɹˈəʊl dɪvˈaɪs/
Birth control device
01
συσκευή ελέγχου γεννήσεων, αντισυλληπτική μέθοδος
a tool or method, like condoms or contraceptive pills, used to prevent pregnancy
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
birth control devices



























