Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
transcendent
01
υπερβατικός, εξαιρετικός
surpassing ordinary limits and reaching a level of exceptional excellence or greatness
Approving
Formal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most transcendent
συγκριτικός βαθμός
more transcendent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The music had a transcendent effect, transporting listeners to a state of profound peace.
Η μουσική είχε μια υπερβατική επίδραση, μεταφέροντας τους ακροατές σε μια κατάσταση βαθιάς ειρήνης.
02
υπερβατικός, υπεραισθητικός
existing beyond or outside ordinary human experience, comprehension, or the material world
Παραδείγματα
The experience of awe before nature can feel deeply transcendent.
Η εμπειρία του δέους μπροστά στη φύση μπορεί να αισθάνεται βαθιά υπερβατική.
Λεξικό Δέντρο
transcendent
transcend



























