trained
Pronunciation
/ˈtɹeɪnd/

Ορισμός και σημασία του "trained"στα αγγλικά

01

εκπαιδευμένος, ειδικευμένος

having acquired a particular skill or ability through instruction, practice, or experience
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most trained
συγκριτικός βαθμός
more trained
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His trained eye quickly spotted the error in the document.
Το εκπαιδευμένο μάτι του εντοπίζει γρήγορα το λάθος στο έγγραφο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store