Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
trained
01
εκπαιδευμένος, ειδικευμένος
having acquired a particular skill or ability through instruction, practice, or experience
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most trained
συγκριτικός βαθμός
more trained
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
skill, profession, education
Παραδείγματα
The trained pilot handled the emergency with confidence.
Ο εκπαιδευμένος πιλότος αντιμετώπιση την έκτακτη ανάγκη με αυτοπεποίθηση.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
untrained
trained
train



























