Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Trafficker
01
εμπόρος, παράνομος έμπορος
a person who is engaged in the illegal exchange of something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
traffickers
Παραδείγματα
He was arrested as a drug trafficker.
Συνελήφθη ως εμπόρος ναρκωτικών.



























