trading
Pronunciation
/ˈtɹeɪdɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "trading"στα αγγλικά

01

εμπόριο, συναλλαγή

the practice of buying and selling goods
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store