tradesman
Pronunciation
/ˈtreɪdzmən/

Ορισμός και σημασία του "tradesman"στα αγγλικά

01

έμπορος, καταστηματάρχης

someone who sells goods, particularly in a store
tradesman definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tradesmen
Παραδείγματα
He worked as a tradesman in the bustling marketplace, selling everything from spices to textiles.
Δούλευε ως έμπορος στην πολυσύχναστη αγορά, πουλώντας τα πάντα, από μπαχαρικά έως υφάσματα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store