trademark
trade
ˈtreɪd
treid
mark
mɑ:k
maak

Ορισμός και σημασία του "trademark"στα αγγλικά

01

χαρακτηριστικό γνώρισμα, διακριτικό χαρακτηριστικό

a distinctive characteristic or attribute 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
trademarks
02

εμπορικό σήμα, σήμα

a name or design that exclusively belongs to a particular company or its products 
to trademark
01

καταχωρίζω εμπορικό σήμα, σηματογραφώ

to legally register a distinctive symbol, word, or phrase used by a business or individual to distinguish their goods or services from others in the marketplace 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
trademark
γ΄ ενικό πρόσωπο
trademarks
ενεστώτα μετοχή
trademarking
απλός αόριστος
trademarked
παθητική μετοχή
trademarked
Παραδείγματα
The company decided to trademark their new logo to protect it from unauthorized use by competitors. 

Η εταιρεία αποφάσισε να κατοχυρώσει εμπορικό σήμα το νέο λογότυπό της για να το προστατεύσει από μη εξουσιοδοτημένη χρήση από ανταγωνιστές.

02

σημειώνω με εμπορικό σήμα, σφραγίζω

mark with a brand or trademark 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store