Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tractor-trailer
01
εξάποδο φορτηγό, ημιρυμουλκούμενο
a combination of the front part of a tractor and the cargo-carrying part of a trailer, used for transporting goods over long distances
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tractor-trailers
Παραδείγματα
The tractor-trailer delivered a full load of electronics to the distribution center.
Το φορτηγό-ρεμουλάκι παρέδωσε ένα πλήρες φορτίο ηλεκτρονικών στο κέντρο διανομής.



























