Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to track down
01
εντοπίζω, παρακολουθώ
to search for and find someone or something after a persistent effort
Transitive: to track down sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
down
βασικό ρήμα
track
ενεστώτας
track down
γ΄ ενικό πρόσωπο
tracks down
ενεστώτα μετοχή
tracking down
απλός αόριστος
tracked down
παθητική μετοχή
tracked down
Παραδείγματα
The detective tracked the suspect down to an abandoned warehouse.
Ο ντετέκτιβ εντόπισε τον ύποπτο σε ένα εγκαταλελειμμένο αποθήκη.
02
εντοπίζω, παρακολουθώ
to search and find animals for hunting
Transitive: to track down an animal
Παραδείγματα
The predator silently tracked down its prey, using the cover of the night to its advantage.
Το αρπακτικό παρακολούθησε σιωπηλά το θήραμά του, χρησιμοποιώντας το κάλυμμα της νύχτας προς όφελός του.



























