Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to tout
01
διαφημίζω, προωθώ
to enthusiastically promote or advertise something, emphasizing its positive qualities to attract attention or interest
Transitive: to tout sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
tout
γ΄ ενικό πρόσωπο
touts
ενεστώτα μετοχή
touting
απλός αόριστος
touted
παθητική μετοχή
touted
Παραδείγματα
The tech company touted its groundbreaking innovation at a product launch.
Η τεχνολογική εταιρεία διαφήμισε την επαναστατική της καινοτομία σε μια παρουσίαση προϊόντος.
Tout
01
ένας προσελκυστής, ένας δελεαστής
a person who aggressively solicits customers, often in public places or for questionable services
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
touts
Παραδείγματα
The tout's persistence made some customers uncomfortable.
Η επιμονή του προωθητή έκανε μερικούς πελάτες να αισθάνονται άβολα.
02
πωλητής συμβουλών στοιχημάτων, συμβουλος στοιχηματισμού
someone who sells betting tips or speculative advice, especially at racetracks or in gambling circles
Παραδείγματα
She warned him not to trust that tout's tips.
Τον προειδοποίησε να μην εμπιστευτεί τις συμβουλές εκείνου του προωθητή.
03
επιμεταπωλητής εισιτηρίων, κυνηγός εισιτηρίων
someone who buys event tickets to resell them at a profit, often illegally or unethically
Dialect
British
Παραδείγματα
Online touts flooded resale platforms before the show.
Οι διαδικτυακοί εκμεταλλευτές εισιτηρίων πλημμύρισαν τις πλατφόρμες επαναπώλησης πριν από την παράσταση.
Λεξικό Δέντρο
touter
tout



























