tourist
Pronunciation
/ˈtʊrɪst/

Ορισμός και σημασία του "tourist"στα αγγλικά

01

τουρίστας, επισκέπτης

someone who visits a place or travels to different places for pleasure
tourist definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tourists
Παραδείγματα
Tourists took several photos of the picturesque landscape.
Οι τουρίστες τράβηξαν αρκετές φωτογραφίες του γραφικού τοπίου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store