Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tourist
01
τουρίστας, επισκέπτης
someone who visits a place or travels to different places for pleasure
Παραδείγματα
Tourists took several photos of the picturesque landscape.
Οι τουρίστες τράβηξαν αρκετές φωτογραφίες του γραφικού τοπίου.
Λεξικό Δέντρο
touristry
touristy
tourist
tour



























