totality
to
toʊ
του
ta
ˈtæ
ται
li
λα
ty
ti
τι
/tə‍ʊtˈælɪti/

Ορισμός και σημασία του "totality"στα αγγλικά

01

ολότητα, πληρότητα

the whole amount
totality definition and meaning
02

ολότητα, πληρότητα

the state of being total and complete
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
03

ολότητα, πληρότητα

the quality of being complete and indiscriminate

Λεξικό Δέντρο

totality
total
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store