Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to tot up
01
αθροίζω, υπολογίζω το σύνολο
to calculate and find the total by adding together various numbers or amounts
Dialect
British
Transitive: to tot up an amount or quantity
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
tot
ενεστώτας
tot up
γ΄ ενικό πρόσωπο
tots up
ενεστώτα μετοχή
totting up
απλός αόριστος
totted up
παθητική μετοχή
totted up
Παραδείγματα
He totted up the expenses for the week and was surprised at the result.
Πρόσθεσε τα έξοδα της εβδομάδας και έμεινε έκπληκτος με το αποτέλεσμα.



























