Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to tot up
[phrase form: tot]
01
αθροίζω, υπολογίζω το σύνολο
to calculate and find the total by adding together various numbers or amounts
Dialect
British
Transitive: to tot up an amount or quantity
informal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
tot
ενεστώτας
tot up
γ΄ ενικό πρόσωπο
tots up
ενεστώτα μετοχή
totting up
απλός αόριστος
totted up
παθητική μετοχή
totted up
Παραδείγματα
The teacher asked the students to tot up their test scores for the semester.
Ο δάσκαλος ζήτησε από τους μαθητές να αθροίσουν τους βαθμούς των τεστ τους για το εξάμηνο.



























